AISHA

Θεατρικό έργο
ISBN: 978-618-82321-0-5


Συγγραφή
Ομάδα Pulse

Καλλιτεχνική Επιμέλεια
Adel Sanoussi

To θεατρικό έργο αποτελεί σύλληψη του Adel Sanoussi και δημιουργικό έργο της Ομάδας Pulse. Ανέβηκε πρώτη φορά το Νοέμβριο 2015 από την Ομάδα Pulse

Το θεατρικό έργο "Aisha" διανέμεται ελεύθερα στο διαδίκτυο σε μορφή ψηφιακού βιβλίου με άδεια Creative Commons
Το έργο με τίτλο Aisha από τον δημιουργό Pulse διατίθεται με την άδεια
Creative Commons Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 4.0 Διεθνές
.
Βασισμένο σε έργο στο www.enterpulse.gr.
[ Αναφορά προέλευσης - Μη Εμπορική Χρήση - Παρόμοια Διανομή ]

Το παρόν θεατρικό έργο διατίθεται ελεύθερα χωρίς δικαιώματα σε ερασιτεχνικές θεατρικές ομάδες για παραστάσεις με φιλανθρωπικούς - μη εμπορικούς σκοπούς. Οι θεατρικές ομάδες που ενδιαφέρονται για εμπορική χρήση του έργου θα πρέπει να επικοινωνήσουν με το email: adelsan@gmail.com ή info@enterpulse.gr

ΟΙ ΗΡΩΕΣ

Γεράσιμος Αρτελάρης
Πέτρος
// Γεράσιμος Αρτελάρης
Dante
// Χαρά Βασιλειάδου
Θωμάς
// Σήφης Καλημέρης
Μάγια
// Ιωάννα Καραγιαννοπουλου
Ρενέ
// Ράνια Καραχάλιου
Αλίνα
// Κέυη Μάγγελ
Έρση
// Αθηνά Μακρή
Ira
// Αγγελική Μπομπού
Σεραφείμ
// Άρης Μυρτίδης
Ιάκωβος
// Γιώργος (Steve) Σταθάκης
Χρυσάνθη
// Αρχοντία Ταμπάκη

Πράξη 1η

01 Meerkats Campfire

Είσοδος Ηθοποιών με τα κανονικά τους ρούχα, χαλαρή καθημερινή συζήτηση. Kατά τη διάρκεια της Σκηνής, οι ηθοποιοί ξεκινούν ζέσταμα ενώ μπαίνουν οι θεατές.
Εντός ζεστάματος

Σήφης: Καλησπέρα! Τι λέει;
Χαρά: Η μέση μου με έχει πεθάνει. Κινούμαι και σαν πιγκουίνος
Iωάννα: Κάτσε να χαϊδέψω λίγο...
Αγγελική: Σου έχω πει πόσες φορές να το κοιτάξεις, αλλά δεν ακούς.
Γεράσιμος: Χαρά, μην κάνεις έντονες κινήσεις!
Κεύη: Τι κάνεις Αρχοντία μου;
Αρχοντία: Άσε με είμαι χάλια, δεν έχω φάει τίποτα και από το πρωί τρέχω.
Άρης: Και εγώ νηστικός, από το πρωί με ένα καφέ και ένα τυροκούλουρο…!
Ράνια: Ρε Άρη δεν σε ακούω! Παιδιά, μήπως να ζεστάνουμε και τη φωνή μας λίγο;
Ιωάννα: Ναι, παίδες, πάμε;

Ξεκινούν ζέσταμα φωνής (συντονισμένο “ΑΑΑΑΟΟΟΥΥΙΙΙ”)

Σήφης, Ράνια: Άμπραβο φίγκαρο μπράβο μπραβίσμο, Αμπραβο φίγκαρο μπράβο μπραβίσμο ντελατσιτά! (ξεκινάει να ντύνεται σε Aisher)
Γιώργος: Πώς το βλέπετε για σήμερα; (ξεκινάει να ντύνεται σε Aisher)
Ράνια: Προβλέπω να γεμίζει η αίθουσα, ήδη έχουν μπει... 5 άτομα.
Βίβιαν: Εγώ για εκείνον τον ομορφούλη θα παίξω. (ξεκινάει να ντύνεται σε Aisher)

Άρης, Ιωάννα, Γεράσιμος, Ράνια, ξεκινάνε να ντύνονται σε Aishers

Χαρά: (Ψάχνοντας) Η μάνα μου δεν ήρθε… Ούτε και σήμερα. (ξεκινάει να ντύνεται σε Aisher)
Αγγελική: Πω πω το κεφάλι μου πάει να σπάσει. Το νιώθετε κι εσείς αυτό; (ξεκινάει να ντύνεται σε Aisher)
Αρχοντία: Και εγώ χάλια είμαι, μέσα σε όλα έχω και το άγχος πώς θα παίξω. (ξεκινάει να ντύνεται σε Aisher)
Χαρά: Παιδιά μακριά, μην μας κολλήσετε τίποτα.
Σήφης: Εμένα που με βλέπεις, τα έχω ξανά πάθει όλα αυτά αλλά δεν μασάω. Δεν είναι τίποτα.
Άρης: Κάθε φορά σαν να γίνεται πιο στενό αυτό το παντελόνι!
Γιώργος: Σιγά μη σου χαλάσει η τσάκιση.
Ιωάννα: Για να μαζευτούμε λίγο.

Μαζεύονται στην Ιωάννα

Ιωάννα: Σα να ζεσταθήκαμε λιγάκι, ναι;
Χαρά: Πολύ μου αρέσει που είμαστε όλοι έτσι… εδώ… μαζεμένοι.
Αρχοντία: Έχεις δίκιο. Και εμένα το στομάχι μου είναι αρκετά καλύτερα. (ακούει κάτι και φεύγει σαν σουρικάτα)

Ένας ένας φεύγουν σαν σουρικάτα εκτός από την Αγγελική και τη Χαρά.

Αγγελική: (αγκαλιάζοντας ακόμα την Ιωάννα) Πρέπει να πάχυνα λιγάκι, δε το βλέπεις;
Ιωάννα: Γεράσιμε παρακολουθείς;
Γεράσιμος: Παιδιά στις θέσεις σας! (η Χαρά γίνεται σουρικάτα)

Νιώθουν ότι απειλούνται και συγκεντρώνονται απέναντι στον εκάστοτε θεατή. H Αγγελική είναι κοντά στην Ιωάννα.

Χαρά: Ποιος κοιτάει την πέρα γωνία;
Αρχοντία: Εδώ και ώρα αλλά δεν έχω αντιληφθεί κάτι περίεργο.
Αγγελική: Ελάτε κοντά, θα είμαστε ασφαλείς.
Ιωάννα: Σχηματισμός Σουρικάτας!

Όλοι γίνονται ένας μπόγος σαν σουρικάτες.

Ράνια: (εμφανίζεται το κεφάλι της) Εγώ σαν να βλέπω κάτι πάντως.
Άρης: Δεν ξέρω, δεν νομίζω ότι θα έπρεπε να νιώθουμε ασφαλείς ακόμη… Είναι όλοι εδώ;
Γεράσιμος: Μην απλώνεστε.
Κεύη: Κάτι κουνιέται εκεί πέρα. Δείτε!
Βίβιαν: Και κάτι μυρίζει περίεργα κιόλας.
Ιωάννα: Ε χαλαρώστε! Όλοι εδώ είμαστε. Τι μπορεί να γίνει δηλαδή όσο είμαστε όλοι εδώ;
Γιώργος: Παιδιά, ακούτε τίποτα;
Άρης: Σσσσσσσς…!

Ύποπτη Σιωπή.

Χαρά: Ιωάννα, στάσου λίγο ακίνητη ρε παιδί μου.
Ιωάννα: Ε, μα ρε παιδιά, όλοι κάτι ακούτε και κάτι βλέπετε. Τι να κάνω κι εγώ; Προσπαθώ να πάρω γραμμή.

Ο Γεράσιμος, παρατάει τις σουρικάτες.

Γιώργος: Ρε Ιωάννα, κάνε αυτό που σου λέμε και άσε τις ερωτήσεις.
Κεύη: Ακούγεται από πίσω ένας περίεργος ήχος.
Αγγελική: Τι από πίσω καλέ... Μπροστά στο βάθος δεν βλέπεις τι γίνεται;
Ιωάννα: Μανία καταδίωξης λέγεται ε!
Πέτρος: Λέτε να μας παρακολουθούν;

Κοιτάνε το κοινό... Όλοι αλλάζουν σε πολίτες της Aisha

Θωμάς: Κάντε ένα κύκλο γύρω από την Μάγια!
Dante: Γρήγορα, γρήγορα, γρήγορα!
Έρση: Να την προστατεύσουμε!
Μάγια: Παιδιά, λίγο χώρο.
Ira: Καλά είμαστε έτσι. Όλοι κοντά και μαζί.
Ράνια: Τώρα που μαζευτήκαμε, λέω να πούμε μια ιστορία!
Πέτρος: Σαν τι ιστορία;
Dante: Να μας πεις για κάποιο μέρος που δεν έχουμε πάει, να ακούσει και το μωρό. A, να είναι όμορφο σαν το δικό μας...
Μάγια: Όχι, να δω αν έχετε ιστορία για πιο όμορφο μέρος από την Aisha μας!
Ιάκωβος: Ε, δεν είναι μόνο η Aisha σε αυτόν τον κόσμο.
Μάγια: Για να σε ακούσω Ιάκωβε…
Ιάκωβος: Εννοώ πως δεν χρειάζεται να “κολλάμε” σε ένα μέρος, σε έναν τόπο.
Έρση: Ε δεν έχει και τόσες ομορφιές αυτός ο τόπος...
Πέτρος: Υπάρχουν πολύ καλύτεροι τόποι από τον δικό μας.

Αρχίζουν να παρεξηγούνται

Ράνια: Ο τόπος είναι μια ψευδαίσθηση που φτιάχνει ο καθένας μας, όταν φτάνεις εκεί παύει να υπάρχει.
Αλίνα: Ο Τόπος μου είναι εκεί που είμαι απομονωμένη, μόνη πώς το λένε! Όμως δεν καταλαβαίνω γιατί πιάνουμε αυτήν την κουβέντα;
Σεραφείμ: Μιλάς σαν να είναι κάτι δεδομένο, ενώ εδώ δεν υπάρχει κανένας κοινός τόπος που να σέβονται όλοι.
Ira: Δεν υπάρχει καλύτερος τόπος από αυτόν που ξέρω ήδη!
Ράνια: Η φωνή σου που τον περιγράφει πλάθει τον τόπο.
Μάγια: Οι άνθρωποι κάνουν τον τόπο! Εσύ κι εγώ και όλοι μας τη στιγμή που θα αποφασίσουμε να στήσουμε κάτι μαζί.
Ιάκωβος: Σαν πολλοί ρομαντικοί δεν μαζευτήκαμε;
Έρση: Γιατί ό,τι είναι όμορφο μας κάνει απαραίτητα και ρομαντικούς; Γεύσεις και εμπειρίες είναι ο τόπος μου, ό,τι ζω και ό,τι μυρίζω. Ό,τι αγγίζω έχει την ομορφιά που του δίνω, όσο πικρή κι όσο γλυκιά.
Dante: (Δείχνοντας και την Έρση) Τόπος είναι εκεί που συναντιέται το παρελθόν με το μέλλον.
Χρυσάνθη: Έρση είσαι μικρή και δεν έχεις ζήσει, δεν είναι εκεί το νόημα, άκουσέ με!
Πέτρος: Ποιο νόημα; Εδώ ο καθένας λέει ό,τι του κατέβει! Δεν ακούτε καν ο ένας τον άλλο!
Μάγια: Υπάρχει λόγος που φωνάζουμε αυτή τη στιγμή; Για να ηρεμήσουμε λίγο.
Έρση: Δεν θέλω ηρεμία! Η ζωή μου ένας θόρυβος είναι, και εικόνες, νέες εικόνες, όμορφα τοπία και άνθρωποι που γεύονται την κάθε στιγμή!
Αλίνα: (Προς Έρση) Σε βαρέθηκα! Έρση επιτέλους ωρίμασε!
Έρση: Και να γίνω σαν εσένα που ζεις απομονωμένη στην τρύπα σου; Συγνώμη, δεν το χρειάζομαι.
Αλίνα: Δεν καταλαβαίνω τότε τι κάνεις εδώ μικρή;
Έρση: Δεν είμαι μικρή! Πόσες φορές θα στο ξαναπώ;
Αλίνα: Στα λόγια είσαι πρώτη. Από πράξεις όμως τίποτα.
Έρση: Είσαι άδικη!
Dante: Με τις φωνές σας τρομάζετε τη μικρή μου. Αμάν πια.
Σεραφείμ: Κανένας τόπος δεν μένει “όμορφος” για πολύ. Πάντα χρειάζεται ένας στόχος.
Θωμάς: Σε λίγο θα μας πεις ότι τον ασχημαίνουμε κιόλας.
Σεραφείμ: Τουλάχιστον εγώ δεν ξεχνάω Θωμά... Καλά που τον ομορφαίνετε εσείς!
Θωμάς: Ρε άστο διάολο που θα μου πεις εμένα ότι ξέχασα!
Σεραφείμ: Ναι, ξέχασες! Όλοι ξεχάσατε! Γιατί έτσι μόνο μπορέσατε να φτιάξετε αυτό το παραμύθι. Με τη σιωπή σας! Με την απαράμιλλη και εκκωφαντική σιωπή σας. Αυτό δεν ήταν ποτέ η Aisha μας. Δεν θέλω άλλο να σας βλέπω ρημαγμένους να κάνετε κύκλους γύρω από τον εαυτό σας, να επιμένετε σ’ ένα λάθος στο οποίο δεν θέλετε να δώσετε λύση.
Μάγια: Κρίνεις τις μνήμες μας και μιλάς για την Aisha ‘μας’. Όσο όμως εμείς ζούσαμε εδώ, εσύ αποκτούσες μνήμες σε άλλον τόπο. Κι όσο για το αν ξεχάσαμε, μην ανησυχείς. Φρόντισες προσωπικά γι’ αυτό. Χάρη σε σένα, δε μπορούμε να ξεχάσουμε.
Σεραφείμ: Έπρεπε να γίνει ό,τι έγινε, Πλέον κανείς σας δεν θέλει να θυμάται την Aisha.
Μάγια: Μα ο λόγος που είμαστε εδώ είναι γιατί ακόμα θυμόμαστε Σεραφείμ.
Dante: Αν δεν σε χωράει ο τόπος, φύγε. Μην μας τον χαλάς
Σεραφείμ: (φεύγοντας) Θα βρω αλλού τον τόπο μου.
Μάγια: Μην ξαναγυρίσεις...

Ο Σεραφείμ αποχωρεί.

Ρενέ: Οι ιστορίες φτιάχνουν τον τόπο, θυμάστε;
Πέτρος: Η ιστορία αυτή είναι μαύρη Ρενέ, μην την ξεκινήσεις!
Ρενέ: Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας τόπος που δεν χώραγε όλους τους ανθρώπους του. Έτσι, οι κάτοικοι μαζεύτηκαν κι άρχισαν να συζητάνε για να αποφασίσουν ποιος θα φύγει. Οι περισσότεροι φοβόντουσαν τους αρχιτέκτονες επειδή αρνούνταν να μεγαλώσουνε την πόλη, γι’ αυτό πρώτον έδιωξαν έναν αρχιτέκτονα. Μόλις έφυγε, οι κάτοικοι κατάλαβαν ότι ακόμα δεν χωράγανε στον τόπο τους κι έτσι πάλι μαζεύτηκαν κι άρχισαν να συζητάνε για να δούνε ποιος ποιος ποιος θα φαγωθεί.
Πέτρος: Δεν έφταιγα εγώ! Αναγκάστηκα!
Dante: (απευθυνόμενη στο παιδί της) Έπρεπε να σώσω ό,τι ήταν πολύτιμο. 
Ρενέ: Στην ιστορία αυτή, δεν σώζονται όλοι.
Ιάκωβος: Εγώ απλά τους άλλους ακολούθησα και σώθηκα.
Ρενέ: Στην ιστορία αυτή, αυτός που σώζεται σωτηρία δεν ξέρεις αν βρίσκει.
Ira: Εσείς με κρατήσατε ζωντανή. 
Ρενέ: Στην ιστορία αυτή, τίποτα κανενός.
Αλίνα: Εσείς το κάνατε. Εγώ μόνη σώθηκα!
Ρενέ: Στην ιστορία αυτή, όλοι συνένοχοι.
Χρυσάνθη: Εσείς το χαλάσατε!
Ρενέ: Στην ιστορία αυτή, δεν υπάρχει κανένα εσύ.
Θώμας: Εγώ έκανα το σωστό. Ανέχτηκα τα πάντα.
Ρενέ: Στην ιστορία αυτή, σωστό δεν υπάρχει. 
Μάγια: Μα τι έχετε πάθει όλοι; Είναι κάποιο παιχνίδι; Κανείς δε με ρώτησε αν θέλω να παίξω.
Ρενέ: Στην ιστορία αυτή, πιόνι είσαι δεν είσαι βοή.
Dante: Γιατί το κάνεις αυτό; 
Ρενέ: Στο τέλος ό,τι απομένει είναι μια ιστορία. Χωρίς αυτή, τόπος δεν υπάρχει. 
Μάγια: Δε θα ξαναφέρεις τον ήλιο εδώ!
Ρενέ: Δίχως να το καταλάβουν, ο ουρανός χρύσιζε...
Μάγια: Σταμάτα να μιλάς πια!
Ρενέ: Η ιστορία έχει ήδη ξεκινήσει!
Μάγια: Τότε κι εσύ θα ’σαι μέσα σ’ αυτή! 
Ρενέ: ...ο ουρανός χρύσιζε, ερχόταν το ξημέρωμα.

Όλοι οι Aishers τρέχουν να κρυφτούν στα voronoi τους, μπαίνουν μέσα, Blackout, μπαίνει ο ήλιος.
02 Enter the Loop

Όλοι μέσα στα voronoi, ο ήλιος αρχίζει να παίζει βάναυσα από πάνω, όταν τελειώσει η πορεία του ήλιου μπαίνουμε σε ένα ημίφως, Ξεκινάει ένα είδος εγερτηρίου σαν να ξυπνάνε τη νύχτα οι κάτοικοι της Aisha. 

Ira, προσπαθεί να βρει ποια είναι η κατάλληλη θέση για να τοποθετήσει το voronoi της. Στόχος της είναι να έρθει πολύ κοντά στους άλλους. Κοιτάζει πάντα γύρω της, το πού βρίσκονται οι υπόλοιποι κι αν βλέπει κάποιον που έχει ξεμακρύνει, πηγαίνει αρπάζει το voronoi του και το φέρνει πιο κοντά. 
Χρυσάνθη, προσπαθεί να βάλει το voronoi σε τέτοιο σημείο έτσι ώστε να είναι απολύτως ασφαλές. Προσεκτικές, απαλές κινήσεις - είναι σχεδόν ένα με το voronoi-. Δεν πρέπει να πέσει κάτω ούτε να μπλεχτεί στις κλωστές. Λεπτές ισορροπίες.
Ιάκωβος, ξεσκονίζει το voronoi, το λερώνει και το ξανακαθαρίζει. Το τακτοποιεί και το χαλάει. Παρατηρεί τους γύρω του τι κάνουν.
Αλίνα, τοποθετεί το voronoi σε τέτοια θέση ώστε να μπορει να το γραπώσει εύκολα. Παίρνει φόρα και το σπρώχνει δυνατά, όμως αυτό δεν μετακινείται αρκετά. Προσπαθεί να του μιλήσει και δεν παίρνει απάντηση. Αυτό την εκνευρίζει και το χτυπάει δυνατά. Ο ήχος του χτυπήματος την κάνει να ξεκινήσει από την αρχή.
Μάγια, η loopa της έχει να κάνει με “δουλειά”, ενδεχομένως με τη φύτευση των σπόρων. Στη δουλειά πρέπει να αποτελεί παράδειγμα για τους άλλους, να δουλεύει πιο πολύ απ’ όλους, να τους παρακινεί και να τους επαναφέρει όταν εκείνοι αφαιρούνται. Μάλλον έντονη κίνηση οπτικά και ηχητικά για να μπορούν να τη βλέπουν όλοι. Να παρακινεί, να καθησυχάζει, να επαναφέρει.
Dante, ελέγχει συνέχεια γύρω γύρω το voronoi της, τσεκάρει της Μάγιας, και προσπαθεί να μεγαλώσει την είσοδο του voronoi της για να χωρέσει το παιδί της.
Πέτρος, προσπαθεί να βάλει το voronoi του μακριά από τους υπόλοιπους. Ενοχλείται όταν κάποιος έρχεται πολύ κοντά του. Στήνει το voronoi κόντρα στα υπόλοιπα. Παράλληλα ψάχνει θέση για να θεμελιώσει τον Πύργο, αλλά δεν προλαβαίνει γιατί οι άλλοι τον “εμποδίζουν”.
Θωμάς, διορθώνει συνέχεια τις γωνίες του voronoi, αλλάζοντάς του πλευρές.
Έρση, προσπαθεί να κάνει όμορφο το voronoi της.
Ρενέ, ζωγραφίζει γράμματα και εικόνες πάνω στο voronoi, υλικά για να φτιάξει μια ιστορία.

Εντός loop

Μάγια: Καληνύχτα
Θωμάς: ‘νύχτα
Ιάκωβος: Καληνύχτα Μάγια, καληνύχτα και σε όλους.

Ο Πέτρος βλέπει κάτι που δεν λειτουργεί

Πέτρος: Τι σκατά κάνατε όσο κοιμόμουν;
Χρυσάνθη: Τι έγινε;
Πέτρος: Ποιος πείραξε το voronoi μου;
Θωμάς: Άσε μας ρε!
Ιάκωβος: Πέτρο πάντα χαμογελαστός!
Dante: (παίζοντας ήδη με τη κλωστή) Αυτή είναι μία καινούρια νύχτα μικρή μου. 
Έρση: Ο σάκος μου είναι εδώ, τσεκ!
Αλίνα: (στο voronoi) Καληνύχτα φωλίτσα μου (και το χαϊδεύει).
Ira: Ξυπνήσανε όλοι; Είναι όλοι εδώ;
Μάγια: Μη χαζεύετε. Η ώρα περνάει.
Έρση: Ναι ναι, και πρέπει σε λίγο να φύγω. 
Ρενέ: Μια φορά κι έναν καιρό ήταν

H Ira μαζεύει όλους αυτούς που απομακρύνονται. Σε κάποια στιγμή πάει να μαζέψει το voronoi του Πέτρου.

Ira: Έλα πιο κοντά.
Πέτρος: Θέλω παραπάνω χώρο.
Χρυσάνθη: Ναι αλλά με τραβάς
Αλίνα: Λίγο λάσκα ρε παιδιά.
Έρση: Μη με σφίγγεις! Με πνίγεις! 
Πέτρος: Μα δεν σας τραβάω.
Ιάκωβος: Μου χαλάς την ευθυγράμμιση.
Dante: Έχει μπλεχτεί στα πόδια μου πάλι. Θα πέσω.
Θωμάς: Μήπως είναι η ώρα να τις κόψουμε;
Έρση: Ναι, ναι να τις κόψουμε να φύγω από εδώ!
Μάγια: Οι κλωστές αυτές δεν κόβονται.
Πέτρος: Πάλι τα ίδια θα λέμε; Δεν υπάρχουν κλωστές! Να, δείτε!

Κουνάει το χέρι του ανάμεσα στο δικό του voronoi και των γύρω του. Κάνει να απομακρυνθεί και κάποιοι τραβιούνται προς το μέρος του.

Αλίνα: Και τότε πώς το εξηγείς αυτό; (η Αλίνα τους τραβάει όλους).
Πέτρος: Δεν μπορεί, μου κάνετε πλάκα! Δεν είμαστε δεμένοι!
Έρση: Αν δεν υπήρχαν, θα είχα ήδη φύγει!
Dante: Υπάρχουν, δεν υπάρχουν, είναι πολύ ωραία που είμαστε όλοι δίπλα δίπλα.
Μάγια: Σωστά. Αυτό μόνο δεν έχει σημασία;
Θωμάς: Ρε παιδιά, πείνασα. Τι θα φάμε; (ενώ γλυκοκοιτάει την κοιλιά της Dante)
Όλοι: Σποράκια!
Θωμάς: Πάλι σποράκια ρε παιδιά;
Dante: Αυτό που κοιτάς δεν τρώγεται. Πήγαινε πιο εκεί.
Το πρώτο φως του φεγγαριού, γαλήνη. Όλοι σταματάνε και “αγναντεύουν” αυτή τη γαλήνη.
(Glitch) Σήφης: Μια νύχτα του Νοεμβρίου γυρνούσα από ένα πάρτι. Χτυπάει το τηλέφωνο. Ο Γιώργος βρίσκεται σε κρίσιμη κατάσταση στο νοσοκομείο Αλεξάνδρας. Έκλεισα και άρχισα να τρέχω, απορώ πώς και δεν με πάτησαν τα αμάξια που περνούσαν ξυστά από δίπλα μου. Έφτασα και αντίκρισα τον φίλο μου… σε κώμα. Ρώτησα υπάρχει τρόπος να ξαναγυρίσει; Όλοι απάντησαν όχι. Ήταν η πρώτη φορά στην ζωή μου που αισθάνθηκα ανήμπορος, άχρηστος. Βρέθηκα στο δωμάτιο του νοσοκομείου, εγώ να τον κοιτάω συνέχεια και αυτός να βαριανασαίνει από το μηχάνημα. Μέσα μου φώναζα, “Γίνε καλά ρε μαλάκα! Γίνε καλά!” Ήμουν άχρηστος, δεν γινόταν τίποτα, τίποτα. Το δωμάτιο ξαφνικά μίκραινε, 5 βήματα μπροστά, 5 βήματα πίσω “Ανοίξτε κανένα παράθυρο! Δεν φτάνει ο αέρας! Δεν φτάνει για όλους!” Οι ώρες περνούσαν και έφταναν κάθε λεπτό όλοι οι φίλοι μας. Το δωμάτιο μίκραινε και άλλο, δεν χωράμε. Κάποια στιγμή ακούγεται μια φωνή μπορεί να ήμουν και εγώ δεν θυμάμαι. Πάμε να φύγουμε. Πάμε να φύγουμε ρε! Δεν βλέπετε δεν τον αφήνουμε να φύγει, πάμε! Φύγαμε όλοι. Το πρωί με πήραν τηλέφωνο και μου είπαν ότι έφυγε μόνος του.

Βγαίνουν από τη γαλήνη.

Έρση: Πεινάω!
Ιάκωβος: Τόση ώρα ακούγαμε τον Θωμά και έχουμε και την Έρση να μας γκρινιάζει.
Χρυσάνθη: Πέρασε η ώρα, και με αυτά δεν κάναμε δουλειά.
Πέτρος: Πώς να προλάβω όταν με εμποδίζετε;
Dante: Πάλι μου έφαγε όλη την ημέρα να σε προστατεύω.
Αλίνα: Έρση! Έλα κοντά μου!
Ira: Μα πώς να δουλέψω όταν συνέχεια απομακρύνεστε;
Θωμάς: Δεν δουλεύετε καθόλου, δεν θα πάμε έτσι μπροστά όμως
Μάγια: Αφήστε τις κουβέντες και συνεχίστε τη δουλειά σας. Έχουμε κάποια λεπτά ακόμα.
Dante: Θα προλάβω να σου φτιάξω το δικό σου σπιτάκι εδώ μέσα.
Πέτρος: Θα ξαναφτιάξω τον πύργο. Μόνος μου. 
Ira: Θα ξαναδέσω όποια κλωστή κόπηκε
Μάγια: Δεν προλαβαίνουμε πια… αύριο. Αλλά πρέπει να δουλέψουμε, να σπείρουμε τη γη. Χρειαζόμαστε τους καρπούς. 
Ιάκωβος: Ό,τι θέλουν οι περισσότεροι. Ας έρθει το αύριο και βλέπουμε.
Θωμάς: (Στον Ιάκωβο) Ευτυχώς που υπάρχω και εγώ και δουλεύει και κανένας άνθρωπος.
Χρυσάνθη: Ελπίζω να μη μου σπάσει αύριο.
Αλίνα: Σώπασε μικρή μου, αύριο όλα θα είναι όπως πριν.
Έρση: Αύριο θα φύγω.
Ρενέ: Αύριο θα γράψω μια καινούργια ιστορία.

Έρχεται ο ήλιος, κίνδυνος! Όλοι ξαναφέρνουν τα voronoi όπως ήταν στην αρχή. 
Η σκηνή τελειώνει με τον ήλιο να ξαναμπαίνει με φόρα, όλοι κρύβονται μέσα στα voronoi.
03 Loop 2

Όλοι μέσα στα voronoi, ο ήλιος αρχίζει να παίζει βάναυσα από πάνω, τελειώνει, Εγερτήριο, ξυπνάνε οι Aishers. 

Μάγια: Καληνύχτα
Θωμάς: νύχτα
Ιάκωβος: Καληνύχτα Μάγια, καληνύχτα και σε όλους.

Ο Πέτρος βλέπει κάτι που δεν λειτουργεί

Πέτρος: Τι σκατά κάνατε όσο κοιμόμουν;
Χρυσάνθη: Τι έγινε; 
Πέτρος: Ποιος πείραξε το voronoi μου;
Θωμάς: Άσε μας ρε!
Ιάκωβος: Πέτρο πάντα χαμογελαστός!
Dante: (παίζοντας ήδη με τη κλωστή) Αυτή είναι μία καινούρια νύχτα μικρή μου.
Έρση: Ο σάκος μου είναι εδώ, τσεκ!
Αλίνα: (στο voronoi) Καληνύχτα φωλίτσα μου (και το χαϊδεύει).
Ira: Ξυπνήσανε όλοι; Είναι όλοι εδώ;
Μάγια: Μη χαζεύετε. Η ώρα περνάει.
Έρση: Ναι ναι, και πρέπει σε λίγο να φύγω. 
Ρενέ: Μια φορά κι έναν καιρό ήταν

H Ira μαζεύει όλους αυτούς που απομακρύνονται. Σε κάποια στιγμή πάει να μαζέψει το voronoi του Πέτρου.

Ira: Έλα πιο κοντά.
Πέτρος: Θέλω παραπάνω χώρο.
Χρυσάνθη: Ναι αλλά με τραβάς!
Αλίνα: Λίγο λάσκα ρε παιδιά. 
Έρση: Μη με σφίγγεις! Με πνίγεις! 
Πέτρος: Μα δεν σας τραβάω.
Ιάκωβος: Μου χαλάς την ευθυγράμμιση.
Dante: Έχει μπλεχτεί στα πόδια μου πάλι. Θα πέσω.
Θωμάς: Μήπως είναι η ώρα να τις κόψουμε;
Έρση: Ναι, ναι να τις κόψουμε να φύγω από εδώ!
Μάγια: Οι κλωστές αυτές δεν κόβονται.
Πέτρος: Πάλι τα ίδια θα λέμε; Δεν υπάρχουν κλωστές! Να, δείτε!

Κουνάει το χέρι του ανάμεσα στο δικό του voronoi και των γύρω του. Κάνει να απομακρυνθεί και κάποιοι τραβιούνται προς το μέρος του.

Αλίνα: Και τότε πώς το εξηγείς αυτό; (Αλίνα τραβάει όλους).
Πέτρος: Δεν μπορεί, μου κάνετε πλάκα! Δεν είμαστε δεμένοι!
Έρση: Αν δεν υπήρχαν, θα είχα ήδη φύγει! 
Dante: Υπάρχουν, δεν υπάρχουν είναι πολύ ωραία που είμαστε όλοι δίπλα δίπλα.
Μάγια: Σωστά. Αυτό μόνο δεν έχει σημασία;
Θωμάς: Ρε παιδιά, πείνασα. Τι θα φάμε; (ενώ γλυκοκοιτάει την κοιλιά της Dante)
Όλοι: Σποράκια!
Θωμάς: Πάλι σποράκια ρε παιδιά;
Dante: Αυτό που κοιτάς ΔΕΝ τρώγεται. Πήγαινε πιο εκεί.
Θωμάς: Τώρα εάν σας πω... 
Πέτρος: Πρόσεξε τι θα πεις!
Θωμάς: Ναι ρε! Κρέας ρε σεις! Κρέας!

Όλοι οι Aishers γελάνε!

Μάγια: Θωμά; Ξέρεις τι έχουμε πει γι’ αυτό. Μπροστά ήσουν.

Ο Θωμάς ξεσπάει, οι υπόλοιποι ξεκινάνε ένα κυνηγητό τύπου σουρικάτες.

Θωμάς: (την ώρα που τρέχει) Μερικές φορές φαντάζομαι ότι βρίσκομαι σε ένα τραπέζι, με ένα πιάτο μπροστά μου περιμένοντας το φαΐ. Τρέχουν τα σάλια μου ποτάμι, σαν τη σάλτσα του ψητού που περιμένω, έρχεται! Θεέ μου, τι δώρο! Παραμερίζω τα μαχαιροπίρουνα, και το πιάνω με τα χέρια μου, τέτοια λαχτάρα έχω. Βυθίζω τους κυνόδοντές μου βαθιά μέσα στις ίνες του, τι ονειρική γεύση! Η σάλτσα μπερδεύεται με το καπνιστό αλάτι, ξεβρασμένο από τις πιο κρυστάλλινες θάλασσες. Πιπέρια καυτερά, κόκκινα σαν το αίμα και μαύρα σαν την νύχτα, κάρυ, κανέλα και γαρίφαλο. Μπαχαρικά που χτυπάνε κατευθείαν στους νευρώνες του εγκεφάλου μου. Θεέ μου, πόσο έχω λαχταρίσει αυτό το κρέας!

Πιάνουν τον Θωμά. 
Το πρώτο φως του φεγγαριού, γαλήνη. Όλοι σταματάνε και “αγναντεύουν” αυτή τη γαλήνη. Βγαίνουν από τη γαλήνη

Έρση: Πεινάω!
Ιάκωβος: Τόση ώρα ακούγαμε τον Θωμά και έχουμε και την Έρση να μας γκρινιάζει.
Χρυσάνθη: Πέρασε η ώρα, και με αυτά δεν κάναμε δουλειά.
Πέτρος: Πώς να προλάβω όταν με εμποδίζετε;
Dante: Πάλι μου έφαγε όλη την ημέρα να σε προστατεύω.
Αλίνα: Έρση! Έλα κοντά μου!
Ira: Μα πώς να δουλέψω όταν συνέχεια απομακρύνεστε;
Θωμάς: Δεν δουλεύετε καθόλου, δεν θα πάμε έτσι μπροστά όμως
Μάγια: Αφήστε τις κουβέντες και συνεχίστε τη δουλειά σας. Έχουμε κάποια λεπτά ακόμα.
Έρση: Μαμά;
Αλίνα: Ναι, Έρση μου.
Έρση: Φεύγω.
Αλίνα: Πού πας; Δεν χρειάζεται να φύγεις.
Έρση: Θέλω να αναπνεύσω, δεν αντέχω εδώ, τα πάντα με πνίγουν, εδώ όλοι μυρίζουν άμμο και στάχτη. Θέλω να πάω στη λίμνη που είναι και ο μπαμπάς. Να γευτούμε μαζί τη βροχή, να χορέψουμε μαζί από κάτω της.
Αλίνα: Έρση, ο μπαμπάς σου είναι εδώ, δεν έχει φύγει, ναι εκεί μέσα είναι μαζί με όλη την υπόλοιπη οικογένειά μας.
Έρση: Το ξέρω, αλλά μόνο εσύ τον βλέπεις. Εμένα πριν φύγει μου είπε ότι θα τα λέμε όταν βρέχει. (παίρνει μια ανάσα) Θέλω να σου πω... αντίο μαμά.
Αλίνα: Δεν θα πας πουθενά! με ακούς; Δεν θα αφήσω ό,τι μου έχει απομείνει να φύγει από κοντά μου! Εδώ ανήκεις!
Έρση: Δεν ανήκω σε κανέναν! Είμαι μόνη από τότε, σε έχω χάσει εδώ και καιρό! Θέλω να ζήσω μαμά! Δεν μπορώ άλλο εδώ. Δεν νιώθω τίποτα! Με έχει ξεράσει το δέρμα μου, και να με κόψεις δεν πονάω πλέον. Όλα γύρω μου είναι εντελώς γνώριμα. Είμαι χαλασμένη, μαμά. Θέλω να ξαναμυρίσω κάτι νέο και ας είναι λάσπη, αρκεί να είναι κάτι νέο. Θέλω να δω πάλι άλλα πρόσωπα και ας είναι γερασμένα. Γερασμένα μαμά… Σε παρακαλώ. Άφησέ με.
Αλίνα: Έλα εδώ Έρση μου σε καταλαβαίνω, μπορείς να φύγεις… Αύριο.
Έρση: Ναι, αύριο. 

Οι Aishers χαμογελούν και συνεχίζουν.

Dante: Θα προλάβω να σου φτιάξω το δικό σου σπιτάκι εδώ μέσα.
Πέτρος: Θα ξαναφτιάξω τον πύργο. Μόνος μου.
Ira: Θα ξαναδέσω όποια κλωστή κόπηκε.
Μάγια: Δεν προλαβαίνουμε πια… αύριο. Αλλά πρέπει να δουλέψουμε, να σπείρουμε τη γη. Χρειαζόμαστε τους καρπούς. 
Ιάκωβος: Ό,τι θέλουν οι περισσότεροι. Ας έρθει το αύριο και βλέπουμε.
Θωμάς: (Στον Ιάκωβο) Ευτυχώς που υπάρχω και εγώ και δουλεύει και κανένας άνθρωπος.
Χρυσάνθη: Ελπίζω να μη μου σπάσει αύριο.
Αλίνα: Σώπασε μικρή μου, αύριο όλα θα είναι όπως πριν.
Έρση: Αύριο θα φύγω.
Ρενέ: Αύριο θα γράψω μια καινούργια ιστορία. 

Έρχεται ο ήλιος, κίνδυνος! Όλοι ξαναφέρνουν τα voronoi όπως ήταν στην αρχή. Η σκηνή τελειώνει με τον ήλιο να ξαναμπαίνει με φόρα, όλοι κρύβονται μέσα στα voronoi.
Πράξη 2η 

04 The Architect

Όλοι μέσα στα voronoi, ο ήλιος αρχίζει να παίζει βάναυσα από πάνω, τελειώνει, Εγερτήριο, ξυπνάνε οι Aishers. 

Μάγια: Καληνύχτα
Θωμάς: ‘νύχτα
Ιάκωβος: Καληνύχτα Μάγια, καληνύχτα και σε όλους.

Ο Πέτρος βλέπει κάτι που δεν λειτουργεί

Πέτρος: Τι σκατά κάνατε όσο κοιμόμουν;
Χρυσάνθη: Τι έγινε; 
Πέτρος: Ποιος πείραξε το voronoi μου;
Θωμάς: Άσε μας ρε! 
Ιάκωβος: Πέτρο πάντα χαμογελαστός!
Dante: (παίζοντας ήδη με τη κλωστή) Αυτή είναι μία καινούρια νύχτα μικρή μου.
Έρση: Ο σάκος μου είναι εδώ, τσεκ!
Αλίνα: (στο voronoi) Καληνύχτα φωλίτσα μου. (και το χαιδέυει)
Ira: Ξυπνήσανε όλοι; Είναι όλοι εδώ;
Μάγια: Μη χαζεύετε. Η ώρα περνάει.
Έρση: Ναι ναι, και πρέπει σε λίγο να φύγω. 
Ρενέ: Μια φορά κι έναν καιρό ήταν

H Ira μαζεύει όλους αυτούς που απομακρύνονται. Σε κάποια στιγμή πάει να μαζέψει το voronoi του Πέτρου.

Ira: Έλα πιο κοντά.
Πέτρος: Θέλω παραπάνω χώρο.
Χρυσάνθη: Ναι αλλά με τραβάς
Αλίνα: Λίγο λάσκα ρε παιδιά. 
Έρση: Μη με σφίγγεις! Με πνίγεις! 
Πέτρος: Μα δεν σας τραβάω.
Ιάκωβος: Μου χαλάς την ευθυγράμμιση.
Dante: Έχει μπλεχτεί στα πόδια μου πάλι. Θα πέσω.
Θωμάς: Μήπως είναι η ώρα να τις κόψουμε;
Έρση: Ναι, ναι, να τις κόψουμε να φύγω από εδώ!
Μάγια: Οι κλωστές αυτές δεν κόβονται.

Εμφανίζεται ο Σεραφείμ που παρακολουθούσε για λίγο τη loopa. Αποφασίζει με θάρρος να εμφανιστεί μπροστά τους, τότε οι Aishers μπαίνουν σε meerkat mode και φαίνεται ότι τον πλησιάζουν επιθετικά. 

Σεραφείμ: Πίσω! Μείνετε μακριά μου! 
Μάγια: Κανείς δεν θα σου κάνει κακό, εμείς είμαστε!

Ο Σεραφείμ αρπάζει τη Μάγια, της βάζει ένα μαχαίρι στο λαιμό, οι Aishers παγώνουν.

Μάγια: Τι κάνεις;
Σεραφείμ: Μείνετε πίσω, πες τους να ηρεμήσουν!

Οι Aishers είναι εντελώς αμήχανοι, Σιγά σιγά η Μάγια κάνει νεύμα να ηρεμήσουν.

Μάγια: Ήρεμα. Τον ακούσατε.
Σεραφείμ: (Ψιθυρίζει) Πώς την κατάντησες την Aisha;
Πέτρος: (Απευθυνόμενος στους Aishers) Ψυχραιμία, ο Σεραφείμ δεν θα μας πειράξει. 
Μάγια: Έτσι δεν είναι; Δεν πρέπει να μας φοβάσαι.
Σεραφείμ: Δεν ξέρω τι περίμενα να βρω.

Ο Σεραφείμ αφήνει τη Μάγια.

Μάγια: Καλώς ήρθες, Σεραφείμ. Τι στέκεστε όλοι έτσι;
Ιάκωβος: (αγχωμένος) Κόπιασε Σεραφείμ. Τι θα λέγατε παιδιά να ξεναγήσουμε τον παλιό μας φίλο;
Θωμάς: (αγχωμένος) Από εδώ τα σπίτια μας. Εδώ κοιμόμαστε, εδώ τρώμε. Σου αρέσουν;
Σεραφείμ: Όχι, Μάγια, γιατί δεν το έφτιαξες;
Μάγια: (κάπως ευπρεπής) Δεν σε καταλαβαίνω. Όλα είναι μια χαρά.
Σεραφείμ: (δείχνοντας γύρω του) Αυτό το λες μια χαρά;
Μάγια: Τα πάντα λειτουργούν στην εντέλεια, όπως παλιά. 
Σεραφείμ: Μάγια, είναι όλα κατεστραμμένα γύρω σου, δεν το βλέπεις; 
Μάγια: Αυτό είναι το σπίτι μας.
Σεραφείμ: Ποντίκια, έχετε το θράσος να λέτε ότι ζείτε! Ξυπνήστε! Πού είναι η Aisha μας;
Μάγια: Ποντίκια; Όχι εσύ, όχι μετά από αυτό που έκανες! 

Σιωπή.

Σεραφείμ: Γιατί δεν μιλάτε;

Οι Αishers φοβούνται τον Σεραφείμ αλλά από την άλλη δεν μπορούν να αφήσουν την Μάγια στο έλεος του Σεραφείμ. Η Μάγια κάνει νεύμα στους Aishers. Η Dante ξεσπάει!

Dante: Γιατί γύρισες;

O Πέτρος τη σκουντάει/ κοιτάει έντονα. 

Σεραφείμ: Έπρεπε να δω τι απογίνατε.
Μάγια: Γιατί γύρισες;
Σεραφείμ: Έκανα λάθος εντάξει; Έπρεπε να φύγουμε μαζί. όχι μόνος. Αλλά δεν έχει σημασία, το μέλλον της Aisha με ενδιαφέρει να δεις. Μάγια, μπορούμε να το αλλάξουμε.
Μάγια: Μην κάνεις σα να ξέρεις πώς είναι να είσαι στη θέση μου. Γιατί δεν είσαι.
Σεραφείμ: Μα δεν έκανες τίποτε! Ερείπια έχτισες μέσα στα ερείπια.
Μάγια: (Ειρωνικό γέλιο) Δεν θα ανεχτώ άλλες προσβολές!
Σεραφείμ: Μάγια, μην ξεχνάς… Θυμήσου πώς φτάσαμε ως εδώ!
Μάγια: Αντέξαμε, Αυτό δεν ήθελες κι εσύ τότε;
Σεραφείμ: Άκουσε με, ακόμη δεν είναι αργά!
Μάγια: Δεν έχω να ακούσω τίποτα. 

Κάνει νεύμα να συνεχίσουν την loopα.

Σεραφείμ: Τελικά έπρεπε να είχα μείνει εδώ. Εγώ σχεδίασα την Aisha και εγώ θα την ξαναφτιάξω, εγώ είμαι ο Αρχιτέκτονας, όχι η Μάγια. Φερέφωνα! Σας έχει καταντήσει να ζείτε σε αυτά τα φέρετρα, έτοιμοι να πεθάνετε μέσα στη νύχτα χωρίς καν να το καταλαβαίνετε. 
Μάγια: Κυρίες και κύριοι, ο Σεραφείμ! Ο υπερασπιστής των πεινασμένων. Σέρβιρέ μας πάλι… τι ήταν; κρέας;

Όλοι γελάνε

Μάγια: Dante, θα περιποιηθείς τον ξένο μας; 

Οι Aishers περικυκλώνουν τον Σεραφείμ.

Dante: Συγνώμη, μα πού είναι οι τρόποι μου. Ας στρώσουμε τραπέζι! 
Ira: Πες μας, καιγόμαστε να μάθουμε τα νέα σου.
Σεραφείμ: Φύγετε από κοντά μου!
Ιάκωβος: Γιατί δεν κάθεσαι λοιπόν “παλιόφιλε”; 
Dante: Βάλτε στον άνθρωπο κάτι από τις δικές μας γεύσεις.
Χρυσάνθη: Με τι λέτε να ξεκινήσουμε;
Ira: (προς Χρυσάνθη) Όχι με σποράκια.
Πέτρος: Θα είσαι κουρασμένος. Γιατί δεν τρως;
Dante: Έλα, μην μας προσβάλλεις. Φάε λίγο.

Όλοι γελάνε και γραπώνουν τον Σεραφείμ.

Σεραφείμ: Σας παρακαλώ πριν ξεκινήσετε θα ήθελα λίγο νερό.

Η Μάγια κάνει νεύμα στην Ira να φέρει νερό. (το νερό είναι σαν χρυσός)

Ira: 
Ορίστε! 
Mάγια: Είδες πόσο προσέχουμε τους ξένους μας!
Dante: Το νερό είναι άφθονο άλλωστε.
Σεραφείμ: (Ξεσπάει!) Δεν θέλω να φάω τίποτα! Τι πάτε να κάνετε;

Ενώ τον κρατάνε, τον ταΐζουν άμμο.

Αλίνα: Στον Σεραφείμ αξίζει το πιο ζουμερό κομμάτι. 
Θωμάς: Λίγο πικάντικο αλατάκι, καυτερό μπούκοβο σαν τον διάολο!
Ιάκωβος: Έτσι, απόψε έχουμε γιορτή!
Χρυσάνθη: Τις καλές ημέρες να θυμηθούμε!
Dante: Τότε που σφάζαμε τα θρεφτάρια μας σε κάθε μας χαρά.
Ira: Έλα, μη σταματάς τώρα.
Αλίνα: Θυμήσου τα ουρλιαχτά!
Πέτρος: Δες τις ουλές μας!

Ο Σεραφείμ πνίγεται, και σε λίγο πεθαίνει.

Μάγια: Φτάνει! Αρκετά!
(Glitch) Χαρά: 3 λεπτά. Τόσο χρειάζεται για να περάσει το παρελθόν και το μέλλον από μπροστά σου. 3 λεπτά. Κατουράς σε ένα πράγμα και περιμένεις 3 λεπτά να δεις αν θα γίνεις ένας δημιουργός. Πρώτο στη σκέψη το παρελθόν: Τι θα γίνει αν πάρει τα γονίδια του πατέρα μου και βγει από την κοιλιά ζητώντας ένα ποτηράκι μπύρα; Αν τα δόντια του βγουν θεόστραβα σαν τα δικά μου, του Άντελ, της θειας μου; Μέλλον: Αν εγώ γίνω ό,τι φοβόμουν; Μία μάνα που θα ευνουχίσει το παιδί της και θα του κόψει το δρόμο για κάθε χαρά με ατάκες τύπου μη στηρίζεσαι πουθενά; Μήπως φοβηθώ να το αφήσω να ζήσει; Μήπως δεν μάθω να το αγκαλιάζω σωστά; Παύση. Ευτυχώς είναι και ο Άντελ. Είμαι έτοιμη; 

Μάγια: Ira;

Οι Ashers γεμίζουν τις δύο χούφτες του Σεραφείμ του με άμμο. παίρνουν τη σωρό του και την εναποθέτουν ευλαβικά μέσα στο voronoi.
Ira: 
Η άμμος πρόσταξε, ύπνος να σε τυλίξει
Προτού χαράξει φρόντισε με χάδια να σε γεμίσει
Κοντά μας τώρα συνεχώς, όλοι μαζί με σένα
δε με νοιάζει αν χαθώ, αφού ζεις για μένα.

Θωμάς: Ρε παιδιά, πείνασα. Τι θα φάμε; (ενώ γλυκοκοιτάει το voronoi του Σεραφείμ)
Όλοι: Σποράκια!
Θωμάς: Πάλι σποράκια ρε παιδιά;
Dante: Αυτό που κοιτάς δεν τρώγεται. Πήγαινε πιο εκεί.
Βγαίνει το φως του φεγγαριού, γαλήνη. Όλοι σταματάνε και αγναντεύουν ηλεκτρισμένοι αυτή τη παραμορφωμένη γαλήνη. Πέρασε η ώρα επάνω στη ρουτίνα. Οι κάτοικοι πλέον σαστισμένοι περιγράφουν τι θα κάνουν… αύριο.

Έρση: Πεινάω!
Ιάκωβος: Τόση ώρα ακούγαμε τον Θωμά και έχουμε και την Έρση να μας γκρινιάζει.
Χρυσάνθη: Πέρασε η ώρα, και με αυτά δεν κάναμε δουλειά.
Πέτρος: Πώς να προλάβω όταν με εμποδίζετε;
Dante: Πάλι μου έφαγε όλη την ημέρα να σε προστατεύω.
Αλίνα: Έρση! Έλα κοντά μου!
Ira: Μα πώς να δουλέψω όταν συνέχεια απομακρύνεστε;
Θωμάς: Δεν δουλεύετε καθόλου, δεν θα πάμε έτσι μπροστά όμως
Μάγια: Αφήστε τις κουβέντες και συνεχίστε τη δουλειά σας. Έχουμε κάποια λεπτά ακόμα.
Dante: Θα προλάβω να σου φτιάξω το δικό σου σπιτάκι εδώ μέσα.
Πέτρος: Θα ξαναφτιάξω τον πύργο. Μόνος μου.
Ira: Θα ξαναδέσω όποια κλωστή κόπηκε
Μάγια: Δεν προλαβαίνουμε πια… αύριο. Αλλά πρέπει να δουλέψουμε, να σπείρουμε τη γη. Χρειαζόμαστε τους καρπούς.
Ιάκωβος: Ό,τι θέλουν οι περισσότεροι. Ας έρθει το αύριο και βλέπουμε.
Θωμάς: (Στον Ιάκωβο) Ευτυχώς που υπάρχω και εγώ και δουλεύει και κανένας άνθρωπος.
Χρυσάνθη: Ελπίζω να μη μου σπάσει αύριο.
Αλίνα: Σώπασε μικρή μου, αύριο όλα θα είναι όπως πριν.
Έρση: Αύριο θα φύγω.

Σιωπή, Έρχεται ο ήλιος, κίνδυνος! Όλοι ξαναφέρνουν τα voronoi όπως ήταν στην αρχή.  Η Ρενέ μένει  και βλέπει τη μέρα.

Ρενέ: Αύριο θα γράψω μια καινούργια ιστορία.
05 Dark Hope

Εγερτήριο, ξυπνάνε οι Aishers. Ξεκινάει η loopa. Οι Aishers δεν φαίνονται ίδιοι.

Μάγια: Καληνύχτα
Θωμάς: ‘νύχτα
Ιάκωβος: Καληνύχτα Μάγια, καληνύχτα και σε όλους.
Πέτρος: Τι σκατά κάνατε όσο κοιμόμουν;
Χρυσάνθη: Τι έγινε; 
Πέτρος: Ποιος πείραξε το voronoi μου;
Θωμάς: Άσε μας ρε!
Ιάκωβος: Πέτρο πάντα χαμογελαστός!
Dante: Αυτή είναι μία καινούρια νύχτα μικρή μου
Ρενέ: Aisha, τι απέγινες. Πέτρο τι μας συνέβη;
Πέτρος: Θα ξαναφτιάξω τον πύργο. Μόνος μου.
Ρενέ: Πέτρο, τι έχουμε πάθει;
Πέτρος: Τι έχουμε πάθει;
Ρενέ: Η Aisha έχει καταστραφεί… Κάποτε ήταν γεμάτη ήλιο...
Dante: Ο ήλιος είναι ένα όμορφο παραμύθι. Ακόμα δεν έχεις μάθει να λες τις ιστορίες σου στα σκοτάδια;
Ρενέ: Το σκοτάδι αυτό ζέχνει! Η άμμος βρωμάει σαπίλα. Σε τέτοια θεμέλια δεν μπορούμε να χτίσουμε τόπο! Δεν το βλέπετε;

Η Μάγια διακόπτει. 

Μάγια: Γιατί σταματήσατε όλοι να δουλεύετε; Ή μήπως έχετε δει κανέναν τόπο να στήνεται μόνος του. Για στρωθείτε στη δουλειά κι αφήστε τα λόγια γι’ αυτούς που έχουν χρόνο για χάσιμο! (Κοιτώντας τη Ρενέ)
Ρενέ: Ο χρόνος είναι φθόνος, είναι πόνος, όταν δουλεύεις σκυφτός. Χαρά και θλίψη ένα, άδειος εσύ από σένα. Δίχως μνήμη, πάντα αγρίμι. Μνήμη, δικιά μου μνήμη, εαυτέ. Θυμήσου το φως της μέρας, τη μυρωδιά της άμμου, τα σκαρφαλώματα στον Πύργο των Ανέμων. Πέτρο, θυμάσαι την πρώτη φορά που πατήσαμε το πόδι μας σ’ αυτό τον τόπο; 

Παύση
Πράξη 3η 

06 RAM

*το κόκκινο κείμενο είναι μνήμη.

Πέτρος: (Διστακτικός) Σε ένα ταξίδι στην έρημο μας βρήκε μια μεγάλη αμμοθύελλα. Δεν βλέπαμε γύρω μας για μέρες και χάσαμε τον προσανατολισμό μας. Πήραμε λάθος δρόμο. Όταν το καταλάβαμε προσπαθήσαμε να γυρίσουμε πίσω, αλλά δεν μπορούσαμε να συνεννοηθούμε. Όλοι επέμεναν ότι η δική τους κατεύθυνση ήταν η σωστή. Το νερό μας τελείωσε και η δίψα άρχισε να μας καταβάλει. Όταν βράδιασε, απλά ακολουθήσαμε σαν υπνωτισμένοι το φεγγάρι. Αργά την επόμενη μέρα, μισοπεθαμένοι, εντοπίσαμε έναν νερόλακκο. Με όση δύναμη μας είχε απομείνει, τρέξαμε προς το νερό σαν αλαφιασμένα ζώα και πέσαμε μέσα, ο ένας σπρώχνοντας τον άλλο, πίνοντας μέχρι να ξεδιψάσουμε. Εξαντλημένοι, περάσαμε τη νύχτα εκεί. Ήταν όμορφα. Το ξημέρωμα δεν έφυγε κανείς.

Μάγια:
Η Ρενέ… Δε σε θυμάμαι να μιλάς με τέτοιο οίστρο όταν ο τόπος βρώμαγε κι εμείς πεινούσαμε. Ούτε όταν τελικά απόδεχτήκαμε τί θα τρώμε. Γιατί άραγε; Α ξέχασα.. έφαγες κι εσύ μαζί μας. Και δεν έβγαλες κιχ! Για ποιο λόγο τώρα λοιπόν πρέπει να με απασχολεί το τι λες; Είσαι απλά μια τεράστια καθυστέρηση… όπως ήταν κι αυτός. 
Δείχνει το πτώμα του Σεραφείμ
Ρενέ: (Βλέποντας τη σωρό του Σεραφείμ) Το σώμα θυμάται. Αναζητά ένα χέρι να σμίξει με το δικό του χέρι για να γίνει ολόκληρο. Το σώμα τεντώνει τα χέρια. Γίνεται ολόκληρο ένα χέρι που απλώνει ρίζες, κλαδιά μέσα στην άμμο. Η άμμος όμως δεν επιστρέφει πράγματα, μονάχα τα βουλιάζει. Κι έτσι απομένει ένα χέρι ακρωτηριασμένο, να αναζητά το “ζήσαμε εμείς καλά κι αυτοί καλύτερα”.
Ιάκωβος: (Παίρνει θάρρος/ανάσα) Γύρω μου κείτονται σκόρπια ανθρώπινα μέλη και κορμιά σαν σε παρηκμασμένο εργοστάσιο με κούκλες. Εικόνες αποσύνθεσης παντού, χιλιάδες αχρηστεμένα άμορφα σχήματα. Στέκομαι όρθιος ανάμεσά τους, δίπλα μου και μερικοί άλλοι. “Ελάτε, γρήγορα, ό,τι απέμεινε, ό,τι προλάβουμε. Να μαζέψω τα κομμάτια, να τα βάλω στη θέση τους, να δώσω στη μάζα σχήμα πάλι...”. Μάταια, ποιον κοροϊδεύω; Απόγνωση, πανικός για ώρες, μέρες κι έπειτα κενό. Νεκρικό κενό. “Μάγια, Μήπως πέθανα;” “Αυτό είναι πια η Aisha Ιάκωβε, πρέπει να το χωνέψεις! Όπως χώνεψες την απόρριψη από τη φαντασμένη τη Ρενέ, το ότι δεν έφυγες ποτέ για πουθενά, όπως χώνεψες τόσα και τόσα άλλα… έτσι τώρα θα χωνέψεις κι αυτό και τη Φαίδρα και όλα”. Τη σκέψη μου διακόπτει η επιθυμία να ξεράσω. Να βγάλω κάτι από τη Φαίδρα τη φωνακλού και κάτι από τον Κώστα τον ξερόλα, το τελευταίο γεύμα μου ’πεσε βαρύ. Στομαχικές ανωμαλίες! Θεέ μου τι ευτυχία, είμαι ακόμα ζωντανός Μάγια! Το ίδιο και μερικοί άλλοι. Μαζί θα συνεχίσουμε, μαζί θα συνηθίσουμε. Καληνύχτα Μάγια, καληνύχτα και σε όλους! 

Dante: Το χειρότερο αντίο θα ήταν αυτό προς το σπίτι μας. 
Ira: Πονάω σε κάθε αντίο. Δεν μου αρέσουν οι αποχαιρετισμοί. 
Ιάκωβος: Στρίμωξα όλες τις απώλειες μου σ’ ένα τσουβάλι. Είναι γεμάτο πια κι ασήκωτο. 
Αλίνα: Σε άφησα στο δωμάτιο και έφυγα τρέχοντας. Δεν πρόλαβα να σου πω ούτε ένα αντίο. 

Έρση: Δε θα ξεχάσω εκείνο το βράδυ, ποτίστηκε τόσο πολύ αυτός ο τόπος, τόσο που δημιουργήθηκε μία ροζ λίμνη. (Κλείνει τα μάτια της) Μπαμπά; Μείνε δίπλα μου να με προστατεύεις και μην ξαναφύγεις ποτέ. Είναι βρώμικα εδώ. Εδώ έχουν ξεχάσει να αγαπούν, έχουν ξεχάσει... Πες μου είναι τόσο δύσκολο για τους άλλους; Να ακούνε, να συγχωρούν; Εσύ όλα τα έκανες να δείχνουν τόσο εύκολα. Δεν το έμαθες ποτέ, ήσουν η μόνη διαφυγή μου. Έλα, πιάσε μου το χέρι… Χορεύουμε; 

Αλίνα: Έρση… δεν αντέχω να θυμάμαι.
Ira: Θυμάμαι όλους τους ήχους έναν προς έναν. Θυμάστε; Τις μελωδίες που ερχόντουσαν από τον Πύργο των Ανέμων. Τον δικό μας Πύργο. Τρέχαμε σε κάθε κάλεσμά του, σε κάθε προσταγή του για να τον απολαύσουμε. Στις αρχές στοιχηματίζαμε για τις ερμηνείες του κάθε ήχου. Η Χρυσάνθη φώναζε:
Χρυσάνθη: Να μαζευτούμε και να πάμε σπίτια μας γιατί θα έρθει βροχή. 
Ο Θωμάς ατρόμητος έλεγε: 
Θωμάς: Έλα μωρέ τώρα, είναι απλά ο νοτιάς πώς κάνεις έτσι;
Ira: Προσπαθούσαμε να ενώσουμε τις φωνές μας με τη δική του, ήμασταν τόσο παράφωνοι. Ό,τι και να κάναμε, εκείνος στεκόταν εκεί ψηλά αγέρωχος. Μας παρακολουθούσε. Μέχρι που μάθαμε ότι μας προειδοποιούσε, μας προστάτευε. Δεν σώπαινε ποτέ. 

Κάποιοι Aishers στέκονται ακίνητοι και είναι στις σκέψεις τους, άλλοι εντείνουν τη loopa τους. Η
Χρυσάνθη λέει στην ουσία, δυνατά τη σκέψη της. 

Χρυσάνθη: Μου έλειψε ο πύργος των ανέμων. 

Κουλουριάζονται όλοι σποραδικά στο χώρο, και η Ρενέ σχεδόν στη μέση αρχίζει να εξιστορεί μία ιστορία, ενώ ταυτόχρονα τη ζωγραφίζει στην άμμο. Ενώ τα χέρια των Aishers βγαίνουν από τα voronoi.

Dante: Μία νύχτα είχαμε μαζευτεί γύρω από τον Πύργο των ανέμων και περιμέναμε τη Ρενέ να μας εξιστορήσει ένα όνειρο που είδε. 
Ρενέ: (Διηγείται ζωγραφίζοντας στην κοιλιά της Dante) Μία κόρη της Aisha έβγαλε από την κοιλιά της μία νέα κόρη. Στα 17 της ερωτεύτηκε παράφορα με ένα αγόρι. Στην Aisha όμως δεν επιτρεπόταν ο έρωτας γιατί οδηγούσε τους νέους μακριά της. Έτσι, μια μέρα που ο ήλιος ήτανε ψηλά, η άμμος άρχισε να ρουφάει το αγόρι μέσα της. Η κοπέλα του κρατούσε το χέρι σφιχτά μέχρι που έμεινε με ένα χέρι από άμμο στην αγκαλιά κι έκλαιγε και καταριόταν το χωριό της. Έκλαιγε. Έκλαιγε. Ώσπου γύρω της δημιουργήθηκε ρυάκι, που έγινε μικρή λίμνη, που μεγάλωσε και έγινε θάλασσα. Γιατί εκεί θάβουν οι τόποι τις μεγάλες αγάπες για να μην τους φύγουν. 
Η Μάγια θυμάται όταν ήταν κορίτσι,

Dante: Τι ακριβώς κάνουμε; Πού σας οδηγεί αυτή (προς Ρενέ); Ξεχάσατε τι έγινε μετά; Τι ουρλιαχτά έβγαζε ο Πύργος; Με τι χορούς ξεριζώσαμε τα σπίτια μας; Τους αγαπημένους μας; Κρατήστε την μακριά. Συνεχίστε τις επαναλήψεις σας. Μη ξεχνάτε ότι αυτές μας κρατάνε ζωντανούς. Μην ονειροπολείτε!
Ira: Έχω θυσιάσει τα πάντα για να μην έχω μνήμες. Μόνο οι επαναλήψεις μου έχουν απομείνει, αλλά θυμάμαι.
Ιάκωβος: Σταματήστε τις μνήμες πριν αυτές αποκτήσουν τη δική τους ζωή, πριν γίνουν θεριό!
Ρενέ: Μνήμη απέθαντη, ύδρα λερναία. Μνήμη γενναία, μνήμη θεριό. Κι αν σε διώχνω, πάντα γυρίζεις εδώ. Θυμήσου εαυτέ, θα θυμηθώ. Dante κι αν δεν θυμάσαι, θα σου θυμήσω εγώ τότε που 
είχαμε ξαπλώσει ανάσκελα και χαζεύαμε τα σύννεφα. “Κρίμα να ’ναι τόσο μακριά ο ουρανός” είπες. “Και τι δε θα ’δινα να βουτήξω στο απέραντο μπλε του!” “Μα μπορείς”, απάντησα κι άρχισα να σου λέω ιστορίες που μίλαγαν για έναν ανάποδο ουρανό που τον λέγανε “θάλασσα”. Έναν ουρανό που έμπαιναν μέσα του οι άνθρωποι στεγνοί και έβγαιναν βρεγμένοι. Κι εσύ τότε πήρες τη λέξη κι άρχισες να την πλάθεις μες στο στόμα σου “θου α λου α σσα, θαλλλλααασσσα, θαλ-ασ-σα... Τι γεύση έχει θάλασσα; Τι μυρωδιά; Τι ήχο;” “Δεν ξέρω” σου απάντησα κι εσύ είπες με σιγουριά “Κάποτε θα μάθω, και θα σου πω εγώ”. Κι όση ώρα μιλάγαμε, ένα σύννεφο είχε κατέβει πιο κοντά μας. Λέγαμε θα φέρει βροχή. Μα κείνο έσταξε μονάχα μια σταγόνα που ήρθε και κούρνιασε στον αφαλό σου. Dante, τι γεύση έχει η θάλασσα, τι μυρωδιά, τι ήχο; Είναι σαν...
(Glitch) Ιωάννα: Ένα πρωινό όπως όλα τα άλλα. Δε δούλευα γιατί ήταν καλοκαίρι, Αύγουστος. Ο τρίτος λόγος για να γίνει κανείς εκπαιδευτικός. Τί μαλακία;! Πήρα το πρωινό μου, πήγα τη βόλτα μου, επέστρεψα... κι έτσι απλά μου ανακοίνωσες ότι ήσουν άρρωστος. Στην αρχή δεν ήξερα πώς να σου μιλήσω, δεν μπορούσα καν να σε ρωτήσω τι σκέφτεσαι, αν φοβάσαι. Μια μουτζούρα όλα μέσα στο κεφάλι μου. Κι οι μέρες περνούσαν. Κι ήρθε η πρώτη επέμβαση. Τοπικά. Δεν ήταν τελικά αρκετό. Και μετά από μερικές εβδομάδες ήρθε και η δεύτερη. Στα βγάλανε όλα από μέσα. Ένιωθα μόνιμα να μένω πίσω, δεν προλάβαινα. Όλα γινόντουσαν πολύ γρήγορα. Και μετά σε πονούσε το χέρι σου και με θυμάμαι κάπου σε κάποιο νοσοκομείο, σε κάποιο γιατρό, να του δείχνω τις εξετάσεις σου και να του ζητάω παραπεμπτικό για μια άλλη εξέταση. ‘’Δε χρειάζεται κοπελιά’’ μου λέει. ‘’Μα αφού πονάει το χέρι του, και με το ιστορικό του δε θα έπρεπε...’’ ‘’Κοπέλα μου δε χρειάζεται να κάνει αυτή την εξέταση’’. ‘’Ναι, αλλά αφού πονάει και δεν ξέρουμε...’’ ‘’Μετάσταση είναι κορίτσι μου, τι δεν καταλαβαίνεις;;’’ Τί ανεκδιήγητος μαλάκας Θεέ μου! Γιατρός κατά τα άλλα. Ήμουν 26 χρονών και πάγωσα σαν ηλίθια! Ντράπηκα. Κρατιόμουν να μη βάλω τα κλάματα μπροστά του. Ας τον είχα τώρα εδώ και θα ήξερα να του απαντήσω... 8 μήνες άντεξες. Τι μου λείπει περισσότερο; Η ίδια η λέξη που κατάλαβα ότι δε θα ξαναπώ: ‘’Μπαμπά;’’ Όμως ο Πύργος...

Χρυσάνθη: 
Ο Πύργος των Ανέμων με καλεί! 
Με παρασέρνει! 
Να προσπαθώ κάθε φορά.
Μια σκάλα! Μια σκάλα να σκαρφαλώσω! 
Να το δω από κοντά, να νιώσω τη ζεστασιά του, να μου φωτίσει το πρόσωπο... 
To λαμπερό μου Φεγγάρι. 
Μα η σκάλα μου ποτέ δεν είναι σταθερή. 
Αργά και ευλαβικά να πλησιάζω. 
Αλλά διψάω, διψάω για όλα, διψάω πολύ! (Πέφτει η “σκάλα”)
Μόνο αυτό. Δεν πειράζει. 
Ο Πύργος των Ανέμων με καλεί…


Ο Σεραφείμ κάνει βγαίνει σέρνοντας από το Voronoi.

Σεραφείμ: ...στο τραπέζι που ήταν πάντα στρωμένο. Δεν είχα προσέξει ότι είχε 23 ρόζους. Τα τελευταία σιτηρά είχαν μια γεύση πράσινη με οξύτητα που τρύπαγε το στομάχι. Eίδα τον Θωμά να κοιτάζει τον διπλανό του αποσβολωμένος, σαν να ταξίδευε αλλού. Το ίδιο βλέμμα απλώθηκε και στους υπολοίπους. Χάναμε τις αισθήσεις μας με κάθε ανάσα. Σκέφτηκα την Λυδία. Είχε σχεδόν πεθάνει στο διπλανό κτίσμα. Διαβολική σύμπτωση που εκεί ήταν το μαγειρειό. Μια στιγμή πριν σηκωθώ ο Θωμάς με κοίταξε, σαν να με περίμενε. Γύρισα με ένα δίσκο γεμάτο κρέας, αχνιστό. Kανείς δεν με έβλεπε μέχρι που μύρισαν! O Θωμάς πήρε ένα κομμάτι και μασούλησε δειλά μια άκρη. Το βλέμμα του άνοιξε. Οι υπόλοιποι ακολούθησαν. Κανείς δεν μιλούσε. Ο μόνος ήχος: μουγκρητά και μασελιάσματα. Αρχίσαμε να ανταλλάσσουμε βλέμματα. 
Μάγια: Σ΄αγαπώ… Σ΄αγαπώ τόσο πολύ που θέλω να σε φάω.
Σεραφείμ: Βλέμματα τόσο διαφορετικά, κενά. Τα τελευταία από τους συγχωριανούς μου... 

 Κενά βλέμματα των Αishers, δεν κάνουν τίποτα.

Μάγια: Μπορείτε να σταματήσετε. Είπαμε, φτάνει τώρα. Θέλω να πω σε όλους ότι τα πήγατε εξαιρετικά σήμερα.. Εργαστήκατε σαν ένα σώμα. Δε θα μπορούσατε να με κάνετε περισσότερο περήφανη. Όσο μένετε εδώ, μαζί, έχετε τη δύναμη να κάνετε ό,τι θελήσετε. Κι όσο είμαι εγώ εδώ, δεν θα αφήσω κανέναν να σας πάρει αυτή τη δύναμη. Εσείς με διαλέξατε... και τώρα είστε δικοί μου. 
Ιάκωβος: (Κενό βλέμμα) Πεινάω! 
Χρυσάνθη: (Κενό βλέμμα) Πεινάω! 
Έρση: (Κενό βλέμμα) Πονάει η κοιλιά μου! 
Θωμάς: (Με λαγνεία) Θέλω λίγο κρέας!
Μάγια: Ελάτε κοντά. Κοιτάξτε με. Είμαι όμορφη! Μυρίστε με. Είμαι νόστιμη! Είμαι ένα κομμάτι κρέας! Φάτε από εμένα, πιείτε. Ζήστε από εμένα. Παιδιά μου… είμαι δική σας. Σαν τις πρώτες...

Αλίνα:
Τις πρώτες φλόγες που άναψαν. Δεν ξέραμε ποιος το είχε ξεκινήσει. Δεν μας ενδιέφερε. Ήταν η τελευταία μας ευκαιρία να τα καταφέρουμε. Χέρια απλώθηκαν κρατώντας σφιχτά τους τελευταίους της Aisha. Από μακριά είδαμε την καταστροφή. Φλόγες κατάπιναν τα πάντα στο πέρασμά τους. Τα σπίτια μας γκρεμίστηκαν!
Και εμείς, από μακριά απλά κρατούσαμε σφιχτά εκείνα τα χέρια. 
Φωνές και κλάματα γέμισαν τον αέρα από εκείνους που είχαμε αφήσει πίσω.
Και εμείς, οι τελευταίοι της Aisha κρατούσαμε σφιχτά εκείνα τα χέρια. 
Το σώμα μας, τα ρούχα μας, τα μαλλιά μας γέμισαν στάχτη. 
Σιωπή.
Κανένας ήχος.
Δεν άκουγα κανέναν ήχο.
Άρχισα να ακούω μόνο τη στάχτη. 
Σιωπή...

Θωμάς: Όχι! Δεν σωπαίνω, έναν εφιάλτη έχω. το μέλλον: η στάχτη μας έχει πνίξει, έχουμε γίνει ένα με αυτήν, δεν κατοικούμε πάνω της αλλά είμαστε η ίδια η άμμος! Έρποντας όλοι ανάμεσα στους καυτούς κόκκους της, σαν κάτι απόκοσμο και σάπιο, οι μνήμες έχουν σβηστεί. Πρόσωπα οικεία δεν υπάρχουν, παρά μόνο άγνωστες παραλλαγμένες φιγούρες. Το δέρμα γίνεται τραχύ με λέπια. Καρφωμένα πάνω τους φύλλα. Τα νύχια, πέτρινα χαράζουν το διάβα μας. Η απλή συνάντηση των κατοίκων γίνεται βίαιη. Μετατρέπεται σε μάχη. Μια μάχη γρήγορη και αβίαστη. Η επίθεση σιωπηλή, η άμμος καταπνίγει τον χαμένο. Οι άνθρωποι φαντάζουν πια σαν όνειρο παλιό. Είναι η μάχη που γίνεται για κυριαρχία. Όλοι πια είχαν γίνει γίγαντες σαν τον...
Πέτρος: ...πύργο που είχε πάψει να μας προειδοποιεί. Πεθαίναμε. Τον ικετεύαμε να μας σώσει, αλλά αυτός έστεκε βουβός. Όλο και περισσότεροι τον καταριούνταν για τη συμφορά που μας βρήκε. Μερικοί μόνο έλεγαν ότι το κακό ξεκίνησε από εμάς, πολύ πριν μας εγκαταλείψει ο πύργος. Όμως οι φωνές τους σιγά σιγά έσβησαν. Τότε, κάποιος άρπαξε ένα τσεκούρι και όρμησε στον πύργο. Οι άλλοι τον ακολούθησαν και σαν οργισμένο ποτάμι χίμηξαν πάνω του και τον γκρέμισαν...
Dante: … ήταν η αρχή της τρέλας. Σπάσαμε τον πύργο σε κομμάτια. Πρώτη φορά είδαμε ότι η βάση του ήταν κόκκινη, κόκκινη σαν τα χέρια μας. Η Μάγια φώναξε να μπούμε μέσα στα θραύσματα, γιατί αυτά θα ήταν τα νέα μας σπίτια. Όταν μπήκαμε μέσα μας ένωσε όλους με κλωστές. 
Μήπως τελικά εμείς είμαστε οι χαλασμένοι; 

Σιωπή
Πράξη 4η 

07 Loop on fire 

Η Ρενέ τους ξυπνάει από τις αναμνήσεις. 

Dante: (προς Ρενέ) Τι ήθελες να πετύχεις; Με τις ιστορίες σου μου θύμισες τη δίψα μου να φύγω. Και τώρα; Πως θα σταματήσω να σκέφτομαι τη θάλασσα που έζησα; 
Ρενέ: Τη θάλασσα που έζησες; (γελάει ειρωνικά) Eπειδή μίλησες γι’ αυτή νομίζεις ότι την έζησες; 
Dante: Μα την μύρισα. Ήταν ο ανάποδος ουρανός. Ήταν εκεί και μου άπλωνε το χέρι. 
Ρενέ: Καμιά θάλασσα δεν μύρισες, κανέναν ανάποδο ουρανό. Ήταν μόνο λόγια, μια ιστορία που έφτιαξα εγώ!
Dante: Την άγγιξα όμως. Τι γίνεται; Δεν μπορώ να ξεχωρίσω μια μνήμη από ένα τώρα; 
Ρενέ: Ξέρεις πολύ καλά τι είναι ψέμα και τι αλήθεια! Όλοι μας! Καταστρέψαμε την Aisha και φτιάξαμε ένα ψέμα που μας βόλευε. Dante ποτέ δεν θα δεις τη θάλασσα! Όπως δεν θα ξαναδώ κι εγώ τον τόπο μου. (αρχίζει να σιγοτραγουδά) Και τότε ρίξανε τον κλήρο για να βρουν ποιος ποιος θα φαγωθεί, κι ο κλήρος πέφτει στη μητέρα που ήταν η, που ήταν η η η πιο νόστιμη
Μάγια: Ελάτε κοντά μου. Εγώ θα σας φροντίσω. Πάντα εγώ δε σας φρόντιζα; Θα τα φτιάξω όλα. Κι αύριο θα συνεχίσουμε. Και θα γίνουν όλα όπως πρέπει. Αλλά πρώτα ελάτε κοντά.

Aishers έρχονται προς τη Μάγια.

Πέτρος: Πώς θα συνεχίσουμε αύριο; Μάγια, δεν κλείνει η πληγή που άνοιξε.
Μάγια: Κοίτα με… μπορώ να σας ταΐσω όλους. Εγώ σας έφτιαξα, είστε δικοί μου. Δεν μπορείτε μακριά μου. Δεν περιμένετε τίποτα λιγότερο από τα πάντα και ξέρετε ότι μόνο εγώ μπορώ να σας τα δώσω. Εδώ είμαι, φάτε, το ξέρω ότι πεινάτε, εγώ σας έδωσα όρεξη και τώρα πρέπει να σας χορτάσω. Δαγκώστε με όλη σας τη δύναμη, παρτε όσο μεγαλύτερα κομμάτια αντέχετε. Ματώστε τα στόματά σας. Δείξτε μου πόσο πολύ με θέλετε… δε θα στερέψω ποτέ για εσάς, έχω κι άλλο, κι άλλο…(μαινόμενη)
Πέτρος: Δεν μπορώ άλλο! Δεν αντέχω άλλο ένα ίδιο αύριο! Είναι ανώφελο να κρυβόμαστε. Πρέπει να βγούμε στο φως του ήλιου, στην ανατολή, να εξιλεωθούμε! Αυτός θα μας κρίνει. Αρκετά μείναμε στη νύχτα. Πάψτε να είστε δειλοί, πάψτε να χώνεστε σε τρύπες! Πάψτε να ζείτε σαν σκιές!

Σιωπή

Θωμάς: Θέλω να ζήσω.

Ο Πέτρος οργίζεται παραπάνω

Πέτρος: Δεν ζούμε! Δεν μπορούμε καν να κοιτάξουμε ο ένας τον άλλο! Πρέπει να ξαναχτίσουμε την Aisha, σήμερα! Σήμερα!
Ιάκωβος: Έχεις δίκιο Πέτρο, η εδώ άμμος κινείται. Θέλω ένα τέλος σε αυτό το ψέμα που ζούμε. Μαζί!

Η Μάγια τραβάει προς τα επάνω της το πλήθος

Πέτρος: Αρκετό καιρό τιμωρήσαμε τους εαυτούς μας. Ήρθε η ώρα να επιστρέψουμε στο φως της μέρας. Δεν κουραστήκατε; Δεν το έχετε ανάγκη; Αντέχετε να κρυφτείτε από τον ήλιο για ακόμα μια φορά;
Μάγια: (με λυγμούς) Ο ήλιος σας πρόδωσε. Τον πιστέψατε πριν καιρό κι αυτός σας έκαψε. Σας ζήλεψε. Εμένα ζήλεψε γιατί εγώ είμαι το φως σας, είμαι η ζωή σας. Εγώ είμαι η Aisha. Εγώ είμαι ο ήλιος.
Παύση, Η Μάγια στιγμιαία ξυπνάει από τη μανία της, σαν να συνειδητοποιεί την ύβρη, οι υπόλοιποι Aishers την κοιτάνε απογοητευμένοι. Αρχίζουν και μαζεύουν τα πράγματα τους.

Dante: Αγαπημένε μου Ήλιε. Δεν περίμενα ότι θα έφτανε η στιγμή, που θα σε αναζητούσα ξανά. Τελευταία φορά που σου μίλησα σου ζήτησα να κρυφτείς να μην δεις τις ντροπές μας. Δεν το έκανες. Στεκόσουν εκεί αμείλικτος και χτυπούσες πάνω μας μέχρι να σκύψουμε το κεφάλι. Να μπούμε στις τρύπες μας σαν ποντίκια. Και σε μίσησα. Αγαπημένε μου, Ήλιε, δεν πρόλαβα να σου πω ένα αντίο και φοβάμαι ότι τώρα δεν θυμάσαι καν το πρόσωπό μου. Να σου πω την αλήθεια: το φρικτό είναι ότι έχω ξεχάσει πολλά πρόσωπα και εγώ. Πρόσωπα που αγάπησα. Και που άφησα να καούν. Μόνα τους. Χωρίς εμένα. Αγαπημένε μου, Ήλιε. Θα ήθελα όταν γεννηθεί το παιδί μου να του πεις ένα πανέμορφο ψέμα σαν αυτό που είπες σε εμένα: ότι θα είσαι εκεί να φωτίζεις όλες τις σκιές του. Για πάντα. Με αγάπη, εγώ.

08 Χάδι vs Φωτιά 

Η Dante ψάχνει να βρει το χάδι που τόσο της έλειψε.

Μάγια: Εδώ είμαι. Σε άκουσα. Πάντα σε άκουγα. Έλα κοντά μου.
Dante: (η Dante πέφτει στην αγκαλιά της Μάγιας) Μα τα χέρια μου είναι βρώμικα 
Μάγια: Εγώ είμαι, η μάνα σου. 
Dante: Γι αυτό, ένα πράγμα ήθελα: το χάδι σου. 
Μάγια: Το χάδι μου ήταν πάντα εδώ για σένα. Αρκεί να το ζητούσες. Αυτό ξέρω να κάνω. 
Dante: Στο ζήτησα, σε ικέτευσα. Αλλά αυτό που μου ’δωσες ήταν πύρινο. Μπήκε από την ηβική περιοχή και άρχισε να με καίει από μέσα. Ούτε τσιρίδα δεν μπόρεσε να βγει όταν έφτασε στο στόμα μου. Πόσο δύσκολο σου ήταν να μου δώσεις ένα απλό χάδι και να μου πεις αντίο; 
Μάγια: Μα πώς να πω αντίο στο ίδιο μου το παιδί; Ήθελα να ζήσεις, να μείνεις εδώ, μαζί μου. Μαζί, θα τα κάναμε όλα καλύτερα. 
Dante: Έπρεπε να με αφήσεις να καταστραφώ με όλους τους άλλους. Τι κατάλαβες που ζήσαμε για να μας καίει κάθε μέρα ένας ήλιος; Να λέμε ψέματα ότι όλα είναι καλά και ότι περιμένουμε ένα διαφορετικό αύριο; Έπρεπε να καούμε μαζί τους. 
Μάγια: Δε μπορούσα να παραιτηθώ! Όχι εγώ. Και δε θα άντεχα να σε δω να καίγεσαι κι εγώ να ζω. Γι’ αυτό έπρεπε να ζήσεις. Να ζήσουμε. 
Dante: Ας με άφηνες απλά να φύγω.
Μάγια: Μα δε σε κράτησα εγώ πίσω. Μπορούσες να φύγεις όποτε ήθελες.
Dante: Θέλω ακόμα να φύγω. Αν δεν με θέλεις κάτι, μπορώ να φύγω; 
Μάγια: Όχι σήμερα. Αύριο. Κάνε μου αυτή την τελευταία χάρη. Σήμερα θέλω να σου πω ένα παραμύθι. Κι αύριο σου υπόσχομαι να σε αποχαιρετίσω, όταν ο ήλιος βρίσκεται στο πιο ψηλό σημείο. Τότε θα σας πω αντίο. Και στις δυο σας.

Πάει να γίνει fade out για τελειώμα παράστασης αλλά διακόπτεται
(Glitch) Γεράσιμος: Ξεκίνησα το διδακτορικό μου με πολλή όρεξη για δουλειά. Δεν θα ήταν εύκολα. Λεφτά δεν υπήρχαν, έπρεπε να ταξιδεύω στη Μέση Ανατολή, επαγγελματικά ήταν ρίσκο, αλλά πίστευα ότι θα ξεπεράσω τις δυσκολίες. Μέχρι που αυτές με ξεπέρασαν. Πρώτα το Ισραήλ εισέβαλε στη Γάζα. Μετά ήρθε η επανάσταση στην Αίγυπτο, στη Λιβύη και στη Συρία. Και μετά το ISIS. Κι εγώ έπρεπε μέσα στο μακελειό να πάω να κάνω μετρήσεις. Για ένα διδακτορικό ξεκίνησα και κατέληξα να πρέπει να λύσω το Μεσανατολικό πρώτα. Αναγκάστηκα να αλλάξω το θέμα της έρευνάς μου. Στο μεταξύ η κρίση εξανέμισε οποιαδήποτε προοπτική να χρησιμοποιήσω το διδακτορικό στη χώρα μου. Στο τέλος το άγχος μου κατέστρεψε το στομάχι. Και τώρα; Δεν έχω την δύναμη ούτε να το παρατήσω, ούτε και να το τελειώσω. Έμεινα μετέωρος. Ξέρω ότι μου κάνει κακό, αλλά αρνούμαι να παραδεχτώ ότι δεν άντεξα. Αυτή είναι η δουλειά μου, αυτός είμαι εγώ. Αν τα παρατήσω, ποιος θα είμαι;

Πράξη 5η
 

09 The last thing I did

Ανάβει η σκηνή, όλοι οι ήρωες είναι κάπως αμήχανοι, σαν να περίμεναν ότι θα τελείωνε η πράσταση. Ξεκινάνε να γδύνονται.

Βίβιαν: Τι έγινε; Τελειώσαμε;
Ράνια: (χειροκροτάει) Εντάξει, ήμασταν όλοι υπέροχοι! Ιωάννα και γαμώ, εκεί ειδικά που ’λεγες φάτε με φάτε με! Χαρά εντάξει το γράμμα στον Ήλιο υπέροχο!  (σε κάθε παράσταση λέει για έναν μόνο, διαφορετικό κάθε φορά)
Άρης: (γδύνεται) Δεν αντέξατε πάντως, μια κουβέντα να σας πει κάποιος με την μία να πέσετε να τον φάτε!
Γεράσιμος: Ε μα κι εσύ πήγαινες γυρεύοντας! 
Σήφης: Εγώ μετά από τόση ώρα, δεν κατάλαβα Χριστό. Τελικά που κατέληξαν;
Χαρά: Μα είπαμε, την επόμενη μέρα θα ξεκινούσαν υποτίθεται για κάτι νέο. 
Αρχοντία: Ναι σιγά μην ξεκίνησαν κάτι νέο. Τα ίδια θα συνέχισαν να κάνουν.
Γιώργος: Λες να τα παράτησαν; 
Ιωάννα: Αν τα παρατήσω, πού θα είμαι;
Αγγελική: Αν εγκαταλείψω τον τόπο μου, ποια θα είμαι; 
Βίβιαν: Ποιος είναι τελικά ο τόπος μου;
Χαρά: Καμία σημασία δεν έχει. 
Άρης: Εδώ όμως δεν είναι αυτό που έχω ονειρευτεί να ζήσω.
Αρχοντία: Από εδώ όμως παίρνουμε φόρα για να τον φτάσουμε.
Κεύη: Τι μας κρατάει όλους μαζί αφού είναι διαφορετικοί οι τόποι μας;
Γιώργος: Ο τόπος μου δεν είναι διαφορετικός από το δικό σου. Θραύσμα είναι ενός συνόλου.
Σήφης: Επισκέπτες είμαστε, σε όλους τους τόπους.
Γεράσιμος: Μα πάντα κάποιοι θα αναζητάμε αυτό που κρύβεται πέρα από τον ορίζοντα. 
Χαρά: Πολύ μου αρέσει που είμαστε όλοι έτσι… εδώ… μαζεμένοι.

Η σκηνή τελειώνει όταν όλοι έχουν ξαναγίνει ηθοποιοί και απλά κάθονται όπως θα καθόντουσαν στο σπίτι τους, χαλαροί και σε διάφορες στάσεις του σώματος. Άλλοι ξαπλωμένοι, άλλοι καθιστοί, άλλοι όρθιοι και άλλοι οκλαδόν. Ουσιαστικά παύουν να ασχολούνται με την παράσταση. Ο ήλιος παραμένει στο κέντρο της σκηνής και ανάμεσα τους. 

Τέλος